Κυριακή, 10 Ιουνίου 2012

Ιδιωματισμοί του χωριού μας!



Το χωριό μας όπως και άλλα χωριά της Πελοποννήσου αλλά και της πατρίδας μας γενικά παρουσιάζει μια ιδιαιτερότητα στην ομιλία, μια αυθεντική λαλιά που εκφράζει τον λαογραφικό μας πλούτο. Πόσοι από μας σήμερα ακούωντας αυτές τις λέξεις δεν γελάμε ή δεν νοιώθουμε κάπως περίεργα;
Σας παρουσιάζουμε μερικές λέξεις που συνηθίζονται να ομιλούνται και σήμερα στο χωριό μας αλλά και στα γύρω χωριά της περιοχής. Ένα αναπόσπαστο κομμάτι της τοπικής μας ιστορίας, που χρωμάτιζε την ομιλία των κατοίκων της περιοχής, κάνοντας τη γλώσσα μας πιο εκφραστική. Αυτές τις λέξεις τις βρίσκουμε παντού. Σε παραδοσιακά τραγούδια, σε καθημερινές συζητήσεις και μας θυμίζουν τα παλιότερα χρόνια που ήταν πιο διαδεδομένες.
 

Α

Αγροικάω = ακούω
Αδειάζω = ευκαιρώ
Άκιωτο = ατελείωτο
Ακουμπέτι = παρά ταύτα
Ακώ = ακούω
Αλάργα= μακριά
Αλλαξιά= σύνολο ένδυσης,
Άλλη βολά = άλλη φορά
Αλουνώνε = άλλων
Ανάκαρο = δύναμη, τσαγανό.
Ανακλαρίζομαι = τεντόνωμαι
Αναρίγησα = ανατρίχιασα
Ανάρτυγο=φαγητό χωρίς λάδι
Ανασκελώθηκε = έπεσε ανάσκελα
Ανάχρια = Τα χρήσιμα εργαλεία
Ανεβάσταγη = ανυπόμονη, αυτή που δεν κρατιέται.
Ανήλιαγο = Αυτό που δεν το βλέπει ο ήλιος.
Αντάρα – καταχνιά = ομίχλη
Αξύριγος = αξύριστος
Απάγκιο = μέρος που δεν χτυπά ο αέρας
Απάνου = επάνω
Απαντοχή = υπομονή
Απίδι = αχλάδι
Απόκανα = παρακουράστηκα,
Αποκρεύω=σταματώ να τρώω κρέας
Απολάω = αφήνω ελεύθερα για βοσκή
Απόρριξε =απέβαλλε 
Αποσπερού = απόψε
Απόστασα = κουράστηκα
Αράδα = σειρά.
Άραχνος = κακομοίρης
Αρναούτης = ισχυρογνώμων
Αρούκατος = άτσαλος
Αρτήθηκα = έφαγα σε περίοδο νηστείας
Ασκί = τουλούμι.
Αυτούνο αυτού = αυτό εκεί
Αφάνα = αγκαθωτός θάμνος (χρησιμοποιείται σαν προσάναμμα)
Αφόρμησα = μολύνθηκα
Αχαμνό = αδύνατο
Αχάραγο = αφώτιστο
 Αχνιά = Ούτε κουβέντα, άχνα
Αχουγιάζω = βρίζω.

Β

Βαγένι (βαένι) = Το βαρέλι που έβαζαν το μούστο. 
Βάιζα = κόρη

Βαρελίτσα=μικρό βαρελοειδές ξύλινο δοχείο.
Βαρικό = χωράφι που κρατά νερό, νεροβγάζει
Βατιώνα= σύμπλεγμα από βάτα
Βερεσιγέ = χωρίς πληρωμή
Βετούλι = κατσίκι ενός έτους
Βιζιγάδι = έμπλαστρο
Βίκα = στάμνα
Βόιδι = χαζός
Βουή σας μαύρη = προσέξτε θα σας βρει μεγάλο κακό
Βρακοζώνι = ανδρικό εσώρουχo με πόδια

Γ

Γαστέρα = κοιλιά
Γιάτρα = κοίτα
Γιούκος = κουβέρτες και παπλώματα το ένα πάνω στο άλλο
Γκαβαλίνα-γκάβαλο = η κοπριά των ζώων
Γκορτσιά = άγρια αχλαδιά
Γκέμι = Χαλινάρι
Γκουστέρα ή γαϊδουροκουστέλα = μεγάλη πράσινη σαύρα
Γκριτζάλα = ειδικό ξύλο με δόντια.
Γλαριάζω = νυστάζω, μισοκοιμάμαι
Γνέματα = νήματα
Γούπατο = μέρος που δεν έχει ορατότητα, βύθισμα
Γουρλώνω = ανοίγω πολύ τα μάτια μου
Γούρνα = στέρνα
Γράνα = χαντάκι
Γραπώνω = πιάνω βίαια
Γρουμπούλι = το πρήξιμο μετά από χτύπημα, μικρό ογκίδιο

Δ

Δαιμόνιο =διαβολάκος, κακός
Δεν κοτάς να τσίξεις = Δεν τολμάς να μιλήσεις
Δημοσιά = δημόσιος δρόμος
Διάτανος = διάβολος
Δικόνες μου = ο δικός μου
Δυχατέρα = θυγατέρα
Δώθενε = από εδώ
Διαίνω = πηγαίνω

Ε

Έκιωσα = τελείωσα
Έντος = νάτος
Ευτού = εκεί
Εντοσα = ξεπιάστηκα, χαλάρωσα
Εφτούνο = αυτό
Έχουτε = έχετε.

Ζ

Ζάρα = μεγάλη στάμνα
Ζα =  τα ζώα
Ζερζέκι = Η κίτρινη μεγάλη σφήκα, σκούρκος
Ζαρζαβατικά = Λαχανικά
Ζεμπερέκι= πόμολο ή σύρτης πόρτας
Ζουπάω = πιέζω
Ζουγκουνίζω = Κάνω μεγάλη φασαρία
Ζούπες = πολύ γινωμένα αχλάδια
Ζουλάπι = μικρό άγριο ζώο

Η

Ήρα = ξένα σπόρια σε σιτάρι

Θ

Θερμαίνομαι = κρυώνω

Ι

Ίσαμε = έως εδώ


K




Kλωνά = κλωστή
Κακαράντζες, καρκατζέλες = κοπριά κατσίκας
Καλύβω = καλύπτω.
Καμώνομαι = σωπαίνω
Καπινός = καπνός
Κάτου = κάτω
Κατσούλα = γάτα
Κατακεφαλιά =καρπαζιά
Καψερός = ο καημένος.
Κείθενε = από ‘κει,
Κειώνω = τελειώνω
Κιούπι = πήλινο δοχείο
Κλιτσινάρα = Το πίσω μέρος του γόνατου, η κλείδωση.
Κιούπι = πήλινο,λαγήνι
Κουτσούνα= κούκλα, το παιχνίδι
Κούκλα = καλαμπόκι
Κολέγας = φίλος
Κορύτα = λεκάνη ξύλινη ή μεταλλική (πίνουν ζώα νερό)
Κοτάω = τολμώ (Δεν κοτάω να μιλήσω = δεν τολμώ να μιλήσω)
Κότσαλα = κοτσάνια, συνήθως στο μάζεμα της ελιάς
Κουβενταρία = λογοδιάρρια.
Κουνενές = μωρό
Κόρυζα = αρρώστια πτηνών.
Κονταυγές = χαράματα
Κούρβουλο = ο κορμός του αμπελιού
Κούρβουλο= ο πολύ κουρασμένος
Κωλοφωτιά = πυγολαμπίδα
Κουτουρού = τυχαία
Κουκουλώνομαι  =χώνομαι στα σκεπάσματα.
Κουτρούλι = σωρός από χώμα συνήθως στα αμπέλια
Κουτσουκέλα = Πονηριά, ζημιά 
Κασβίκης = Μικρός στο μπόι
Κουτσούνα = κούκλα
Κόφα = μεγάλο καλάθι.
Κοφίνι = καλάθι

Λ

Λαδικό = ροΐ, δοχείο που βάζαμε το λάδι
Λαγκεύει (το μάτι μου) = Παίζει το μάτι μου
Λακάω = τρέχω, φεύγω
Λάου – λάου = σιγά - σιγά
Λάχανα = τα άγρια χόρτα
Λεβέτι = το παλιό καζάνι από χαλκό
Λιανός = λεπτός
Λιάστρα = εκεί που το βλέπει συνέχεια ο ήλιος
Λιμπύ = τσιμεντένια λεκάνη που πίνουν τα ζώα νερό, αλλά και πλένουν
Λινάτσα = Τσουβάλι, (Μεταφορικά)= Κατεργάρης, απατεώνας
Λόγγος = δάσος
Λούζα = Θάμνος
Λοκάνικο = λουκάνικο
Λούμπα = μικρή λιμνούλα στο δρόμο
Λουτριάζω τα βαρέλια = Καθάρισμα των βαρελιών με διάφορα βότανα
Λουτσίζομαι = βρέχομαι
Λωμώνω = λουφάζω

Μ




Μάπα = λάχανο
Μαραφέτι = Μικρό εργαλείο
Μαραγωγιέμαι = Δεν ακούγομαι

Μπίθιακας = Πολύ κοντός
Μαρτίνι= κατσίκι
Μούργα =χοντρό κατακάθι λαδιού.
Ματσούκι = κοντόχονδρο ραβδί
Μερτικό = μερίδιο
Μην κάνεις μουτσουτσούνια = Μην κάνεις ότι δεν θέλεις
Μούρτζι = Αχνοφεγγιά
Μουσαφίρης = Φιλοξενούμενος, επισκέπτης
Μπαγιάτικο = Πολλών ημερών
Μουστρίθηκες = Πασαλίφθηκες στο πρόσωπο
Μπαντανία= χοντρή κουβέρτα.
Μπορούτε = μπορείτε
Μπόσικα = χαλαρά.
Μπάκα = κοιλιά.
Μουχτουράω = Δεν το μαρτυράω
Μποτσίκια
= Η Κρεμμύδα που κρεμάμε την πρωτοχρονιά
Μπάντα = μεριά, πλευρά, άκρη (κάνε στην μπάντα)
Μπαρδαλώνουν = λέγετε όταν οριμάζουν τα φρούτα
Μπαρέζα = μαντίλι κεφαλής
Μπιντόνα = ντενεκές
Μπότσα = ειδικό δοχείο, χωρούσε δύο οκάδες λάδι.
Μπροστέλα, μπροστοποδιά = ποδιά της νοικοκυράς.
Μαζόχτη = μαζεύτηκε- έφτασε
Μπαζίνα = πολύ ψωμί μέσα στο φαγητό
Μπίτι = τίποτα, καθόλου
Μπλεζενιά = καρπουζιά
Μπόλικος = Άφθονος
Μπόσικος = Χαλαρός
Μπαγλαρώνω = Δένω, φυλακίζω
Μποστάνι = Λαχανόκηπος
Μπονόρα = απόγευμα
Μπούρδας = χοντρός
Μασιά = σιδερένιο όργανο για τα κάρβουνα στο τζάκι
Μπάκακας =βάτραχος
Μπουχός = σκόνη

Ν

Νογάω = καταλαβαίνω
Νταβάς = χάλκινο ταψί με καπάκι
Νάκα = φορητή κούνια μωρών
Νόνα = γιαγιά
Ντόνω = χαλαρώνω, ξεμουδιάζω
Νταραβέρι = Συναλλαγή
Ντουμάνι = Πολύς καπνός

Ξ




Ξεϊγκλωτος = ατιμέλητος
Ξεκορφαδίζω = Κόβω τις κορυφές (Συνήθως στα αμπέλια)
Ξελεμιάστηκα = κοιτάζω επίμονα κάπου κάτι να δω
Ξεσαγωνιάστηκα = από πολύ χασμουριτό
Ξεκωλώνω = ξεριζώνω
Ξεσπίνισμα = η αφαίρεση του σπόρου του καλαμποκιού
Ξεραγγανό = λεπτό, κοκαλιάρικο

Ο

Ολούθε = παντού
Ούλοι = Όλοι
Ούλος = όλος
Όρνιο = κορόιδο, βλάκας
Οματιά = τοπικό ορεκτικό από έντερο χοιρινού με ειδική γέμιση

Π

Παλιόπραμα = παλιάνθρωπος
Παραγώνι = τζάκι
Πασπαλώ = ρίχνω άχνη ζάχαρη
Παταγούδι = πολύ κρύο, πολύ παγωμένο
Πατάκα = πατάτα
Παταλιά = σε οριζόντια θέση, νεκρός (πεθαμένος)
Πατσαβούρα = πρόχειρο πανί που χρησιμοποιείται κατά και μετά το φαγητό
Πάω κα = πάω κάτω
Πελεκάω = χτυπάω, αφαιρώ κομμάτια φλούδας  από ξύλο
Πιλάλα = τρεχάλα
Πιλαλάω = τρέχω,
Πιτάκι = μικρά σκουληκάκια σε τυρί
Πιοτούρα = κρασοκατάνυξη
Πέσε μου = πες μου
Πλακουτσωτά = πλατιά
Πλέχτρες = Οι πλεξίδες των κρεμμυδιών
Πούντος = που είναι;
Προγκάω = διώχνω κάτι με φωνές
Προσμπούκι = κολατσιό
Προσφέρνω = παρομοιάζω κάποιον με κάποιον άλλο
Προσώρας = προσωρινά
Πολιώρα = προηγουμένως
Πούζα= ευκοίλια

Ρ

Ρεντίκολο = ρεζίλι, γελοίο
Ροβολάω = κατεβαίνω τρέχοντας.
Ρετάλι = Υπόλοιπο υφάσματος, αλλά και τιποτένιος, παλιάνθρωπος
Ρογός = αποθηκευτικός χώρος του άχυρου στο κατώι του σπιτιού
Ρόμπα = Γυναικείο καθημερινό ένδυμα, αλλά και  ρεζίλης, ευτελής
Ρούγα = γειτονιά
Ρούγα = γειτονιά
Ρουπώνω = χορταίνω 
Ρεντάω =
ραντίζω
Ρουμάνι = πυκνό δάσος ρεματιά
Ραχάτι = Ησυχία 
Ρουγκάλι = Πολύ νερό στο δρόμο
Ρουπώνω = χορταίνω

Σ
Σάϊσμα = Χοντρό ύφασμα πλεγμένο από μαλλί κατσίκας
Σαρωματιά = σκούπα από αφάνα
Σαρώνω = σκουπίζω
Σάψαλο = είμαι πολύ κουρασμένος, σάπιο
Σβερκώνω = χτυπώ κάποιον άσχημα
Σβώλος = μικρό στρογγυλό κομμάτι χώματος
Σγαρλίζω = σκάλισμα κότας
Σγούφτω = σκύβω
Σγουμπαίνω = καμπουριάζω, είμαι σκυφτός
Σειριά = σόϊ
Σεργούνι = η ξεφτύλα
Σεργούνι = ντροπή
Σιάζω = φτιάχνω
Σκούρκος = Η μεγάλη κίτρινη σφήκα
Σιακάτου = εκεί κάτω
Σαμαροπάϊδα = η λεπτή σανίδα στο πλάι του σαμαριού
Σιακάτου = ίσια προς τα κάτω
Σιαπάνου = εκεί επάνω.
Σιαπέρα = ίσια προς τα πέρα
Σιγουρεύω = Βάζω κάτι στη θέση του, το κρύβω
Σιόμπολα = μικρές πέτρες
Σκάλος = σκάλισμα
Σκαρίζω = βγάζω τα ζώα για βοσκή
Σκατοψύχια = κατάρες.                                                                                            
Σκαπέτησα = έφυγα μακριά
Σκαρίζω = βγάζω τα ζώα για βοσκή
Σκατογένης = διάβολος
Σκουράντζος= ρέγγα,
Σκούζω = φωνάζω
Σοριάστηκα = έπεσε
Σούγελο = το σημείο της βρύσης που βγάζει το νερό, υδρορροή
Σούδα = στενό δρομάκι
Σταθιμός= σταθμός
Σπερνά = κόλυβα
Σπόρισμα = διάρροια
Σκαφίδι = η σκάφη που ζύμωναν το ψωμί
Σιαπέρα = πήγαινε πέρα
Σκεύομαι = σκέπτομαι
Σκουληκαντέρα = χωματοσκούληκο
Σκιάχτηκα = τρόμαξα
Σκιάζομαι = φοβάμαι, τρομάζω
Σκουράντζος = ρέγγα
Σκουτιά = ρούχα
Σμίλα = ξύλινο εργαλείο τραβήγματος κλαριού
Σμούρτσι = πολύ πρωί (χάραμα)
Σούγλος = μεταλλικός κουβάς που πιάνουν νερό από το  πηγάδι
Σουντζούκι= βράχηκα ως το κόκκαλο, πολύ βρεγμένος
Σουράω = σφυρίζω
Σταλίζω = ξεκουράζομαι σε σκιά δένδρου
Στεγνώξω = στεγνώσω 
Σώνει = φτάνει
Στροφιάζομαι = πέφτω για ύπνο
Συφιλιάζομαι = θυμώνω
Συμπράγκαλα = διάφορα είδη οικιακής  χρήσης
Στύλος = χοντρό ξύλο που έδεναν τα άλογα στο κέντρο του αλωνιού
Στρατόνι = πεζούλα
Στράφι = άδικα
Στρεκλάω = βαδίζω δεξιά αριστερά, σκοντάφτω
Συνεμπαίνω = επεμβαίνω κάπου όχι με καλό τρόπο
Σφάρδακλας = βάτραχος
Σωσμάρα = Όταν μειώνονται οι δυνάμεις μου
Σώστο = πιάστο

 Τ

Τάσι ή τασάκι= σταχτοδοχείο
Τανιέμαι = σφίγκομαι
Ταχειά = αύριο
Τέτζερης = κατσαρόλα
Τέντα = ανοιχτά, διάπλατα
Ταχιά = αύριο
Τζάρκος = μαντρί για αρνιά
Τζαναμπέτης = Δύστροπος, κάνει κάτι με πονηριά
Τράμπα = Ανταλλαγή
Τσακίρης = Γαλανομάτης
Τζιούκα = όταν παίρνουμε κάποιον στους ώμους μας
Τι λογό = Πς είναι; (Τι λογό είναι)
Τηράω =βλέπω
Τιλώθηκα = χόρτασα
Τοίρα = κοίτα
Τουρλώνω = τεντώνω πολύ το σώμα μου
Τουρλόκολα = ανάποδα
Τριφτάδες = είδος ζυμαρικών  
Τρόκανι = κουδούνι αιγοπροβάτων
Τσακάω = τσακίζω
Τσαλίμια, τσαλιμάκια = νάζια
Τσαντίλα = ύφασμα που στραγγίζουν το τυρί
Τροκάκι = κουδούνι προβάτου
Τσάκα – τσάκα = στα γρήγορα
Τσάκατη = φύγε γρήγορα
Τσιμουτάω = Δεν το λέω πουθενά
Τσανάκι = πιάτο αλλά και άγριο πρόβατο
Τσιγκλάω = πειράζω
Τσεμπέρι ή τσεμπέρα = Γυναικείο μαντήλι.
Τσιλάγρα = πιτσιλιά
Τσογλάνι = παλιόπαιδο
Τσουράπι= κάλτσα
Τσιμασίρια= διάφορα μικρά εργαλεία
Τσιουμπλέκια = πολλά μικρά κουζινικά σκεύη μαζί
Τσοκανάω = σπάω με πέτρα
Τσιότρα= δοχείο κρασιού
Τουλούμπα = Αντλία χειροκίνητη
Τερτίπι = Τέχνασμα
Τσούπρα = κόρη
Τσουράπι = κάλτσα
Τσουλούφι = Δέσμη μαλλιών

Φ

Φαγάνα =μακρύ πριόνι με δύο λαβές που το χειρίζονται δύο άτομα.
Φαγανιάρης = λαίμαργος
Φελί = ένα κομμάτι παστού βακαλάου
Φιότσος = βαφτηστήρι
Φλέσουρα = μικρά σκουπιδάκια από ξύλα
Φλομώνω = σφάζω
Φλύχτρες = φουσκάλες στο δέρμα, σπυράκια
Φουρφουράω = κάνω μικρό θόρυβο
Φτενός = λεπτός
Φτούνος = αυτός
Φουσκί = κοπριά από τα ζώα
Φτουράει = φθάνει

Χ

Χαϊβάνι = χαζός, βλάκας 
Χαΐρι = προκοπή
Χαμοκέλα = η παράγκα, το παλιό μισοχαλασμένο σπίτι
Χάφτω = καταπίνω λαίμαργα, ξεγιελιέμαι
Χαμολόι = το μάζεμα της πεσμένης ελιάς
Χαρανί = καζάνι
Χαντρολέμι = κολιέ
Χαβάνι = σιδερένιο γουδί
Χάμου = κάτω
Χαράκι = η αφαίρεση φλοιού από τον κορμό του κλήματος
Χαρχαλεύω = ψάχνω
Χόβολη = στάχτη με αναμμένα κάρβουνα μέσα
Χουνέρι = πάθημα
Χορήδι = ασβέστης
Χουγιάζω = φωνάζω δυνατά, μαλώνω
Χουλιάρι = κουτάλι
Χαλκάς = Κρίκος
Χαράμι = Άδικα
Χούι = Ιδιοτροπία
Χούνη = χωράφι που καταλήγει σε ρεματιά
Χουρχούρα = μικρή σαύρα
Χόχλος  = Όταν αρχίζει να βράζει πχ ένα φαγητό
Χρίζω = αλείφω
Χρονιάρα μέρα = ημέρα μεγάλης γιορτής

Ψ
Ψες = χθες
Ω
Ωρέ = ρε

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου